διαπερνώ

διαπερνώ
(α) (αόρ. διαπέρασα) μετ.
1) пробивать; пронзать;

διαπερνώ τον θώρακα — пробивать броню;

2) проникать (сквозь что-л.), пронизывать насквозь;
3) переходить, пересекать (улицу и т. п.); переправляться, форсировать (реку);

§ διαπερνώ τίνα εν στόματι ρομφαίας — зарубить кого-л., отсечь голову


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "διαπερνώ" в других словарях:

  • διαπερνώ — διαπερνάω / διαπερνώ, διαπέρασα βλ. πίν. 68 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαπερνώ — (AM διαπερῶ, άω) [περνώ] 1. διατρυπώ, περνώ πέρα ώς πέρα 2. περνώ, μεταφέρω απέναντι, διαπεραιώνω 3. εισχωρώ, διεισδύω αρχ. 1. διαβαίνω, διαπεραιώνομαι 2. διέρχομαι 3. γνωρίζω εκ πείρας, έχω περάσει πολλά 4. φρ. «διαπερῶ Μολοσσίαν» εξουσιάζω όλη… …   Dictionary of Greek

  • διαπερνώ — ασα, άστηκα, ασμένος, διατρυπώ, εισχωρώ από άκρη σε άκρη: Ένα τρέμουλο διαπέρασε όλο μου το σώμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιτορώ — ἀντιτορῶ ( έω) (Α) διατρυπώ, διαπερνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + τορώ «διατρυπώ, διαπερνώ», ο ενεστ. μόνο στον Ησύχιο] …   Dictionary of Greek

  • διέρχομαι — (AM διέρχομαι) [έρχομαι] 1. περνώ ανάμεσα 2. (αμτβ.) (για χρόνο) περνώ 3. (για σωματικά και ψυχικά πάθη) υποφέρω, περνώ νεοελλ. 1. (με ουσ. που δηλώνει χρόνο) κάνω κάτι στη διάρκεια τού χρόνου που δηλώνει το ουσιαστικό («διέρχεται τον καιρό του… …   Dictionary of Greek

  • περιπείρω — ΜΑ διατρυπώ και περνώ κάτι γύρω από κάτι, σουβλίζω («περιπείραντα περὶ λόγχην [ενν. τὴν κεφαλὴν τοῦ Γάλβα]», Πλούτ.) αρχ. 1. μπήγω, καρφώνω («ἑαυτῷ τὸ ξίφος περιέπειρε», Ιωάνν. Χρυσ.) 2. μτφ. διαπερνώ («ἑαυτοὺς περιέπειρον ὀδύναις πολλαῑς», ΚΔ) 3 …   Dictionary of Greek

  • προεμπείρω — Α διαπερνώ προηγουμένως κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐμπείρω «μπήγω, διαπερνώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσεμπείρω — Μ διαπερνώ, διατρυπώ επιπροσθέτως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἐμπείρω «διαπερνώ»] …   Dictionary of Greek

  • συμπείρω — Α 1. διαπερνώ, διατρυπώ κάτι μαζί με κάτι άλλο 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) συμπεπαρμένος, η, ον άρρωστος, αδύναμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + πείρω «τρυπώ, διαπερνώ»] …   Dictionary of Greek

  • συνδιελαύνω — Α 1. διαπερνώ, διατρυπώ κάτι μαζί με κάτι άλλο ή ταυτόχρονα με άλλον 2. (αμτβ.) μεταβαίνω κάπου μαζί με άλλον. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + διελαύνω «διαπερνώ, διατρυπώ, διέρχομαι»] …   Dictionary of Greek

  • τέρμα — το, ΝΜΑ 1. το τελικό σημείο ή όριο χώρου ή χρόνου στο οποίο καταλήγει κανείς ή περατώνεται κάτι, τέλος, πέρας (α. «τέρμα οδού» β. «τέρμα τού καλοκαιριού» γ. «οἶσθα γὰρ εὖ περί τέρμαθ ἑλισσέμεν», Ομ. Ιλ. δ. «τέρμα κελεύθου διαμειψάμενος», Αισχύλ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»